ἀσθενής

ἀ|σθενής, ἐς немощный, слабый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀσθενής" в других словарях:

  • ἀσθενής — without strength masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασθενής — ές (AM ἀσθενής, ές) 1. ο άρρωστος 2. ο αδύναμος αρχ. 1. ο άπορος, ο φτωχός («ὅ τ ἀσθενὴς ὅ τε πλούσιος») 2. ο ασήμαντος 3. το ουδ. ως ουσ. η αδυναμία («τὸ ἀσθενὲς τῆς γνώμης»). [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σθενής < σθένος. Η λ. ασθενής ήταν σε… …   Dictionary of Greek

  • ἀσθενῆς — ἀσθενέω pres ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀσθενής without strength masc/fem acc pl (attic epic doric) ἀσθενής without strength masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασθενής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αδύνατος, ανίσχυρος: Είναι άνθρωπος ασθενούς χαρακτήρα. 2. άρρωστος: Είναι ασθενής αρκετές μέρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασθενής — [астэнис] εκ. / ουσ. больной, слабый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀσθένης — ἀ̱σθένης , ἀσθενέω imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀσθενέω imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασθενής αλληλεπίδραση — Ένας από τους τέσσερις γνωστούς τύπους θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα στοιχειώδη σωμάτια. H α.α. είναι ασθενέστερη από την ισχυρή (κατά έναν παράγοντα περίπου 1012) και την ηλεκτρομαγνητική αλληλεπίδραση και πολύ πιο ισχυρή από την… …   Dictionary of Greek

  • Μιᾶς γὰρ χειρὸς ἀσθενὴς μάχη. — См. Один в поле не воин …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἀσθενῆ — ἀσθενής without strength neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσθενής without strength masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσθενής without strength masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσθενέστερον — ἀσθενής without strength adverbial comp ἀσθενής without strength masc acc comp sg ἀσθενής without strength neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀσθενής — ἀσθενής , ἀσθενής without strength masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.